Μετάφραση του "sprawl" σε Ελληνικά

Οι τεντώνω, άπλωμα, εξαπλώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sprawl" σε Ελληνικά.

sprawl verb noun γραμματική

To sit with the limbs spread out. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεντώνω

    verb
  • άπλωμα

    noun
  • εξαπλώνομαι

    verb

    And I do not sprawl.

    Κι εγώ δεν εξαπλώνομαι.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξάπλωμα
    • εξάπλωση
    • επεκτείνομαι
    • τεντώνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sprawl " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sprawl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άπλωμα · απέραντος · αχανής · επεκτεινόμενος · ξάπλωμα · τεράστιος · χαώδης · χωρίς ρυμοτομία
  • άτακτη εξάπλωση αστικής περιοχής · ανεξέλεγκτος οικοδομικός οργασμός
  • άπλωμα · απέραντος · αχανής · επεκτεινόμενος · ξάπλωμα · τεράστιος · χαώδης · χωρίς ρυμοτομία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sprawl" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη