Μετάφραση του "sprawling" σε Ελληνικά

Οι άπλωμα, απέραντος, αχανής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sprawling" σε Ελληνικά.

sprawling adjective noun verb γραμματική

That sprawls [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπλωμα

    noun
  • απέραντος

    adjective
  • αχανής

    This great, sprawling wilderness is home to some of the planet's rarest and most fascinating animals.

    Αυτή η μεγάλη, αχανής, άγρια έκταση φιλοξενεί μερικά από τα πιο σπάνια και μαγευτικά ζώα του πλανήτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επεκτεινόμενος
    • ξάπλωμα
    • τεράστιος
    • χαώδης
    • χωρίς ρυμοτομία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sprawling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sprawling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άπλωμα · εξάπλωση · εξαπλώνομαι · επεκτείνομαι · ξάπλωμα · τεντώνομαι · τεντώνω
  • άτακτη εξάπλωση αστικής περιοχής · ανεξέλεγκτος οικοδομικός οργασμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sprawling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη