Μετάφραση του "strangulate" σε Ελληνικά
Οι στραγγαλίζω, πνίγω, περισφίγγομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strangulate" σε Ελληνικά.
strangulate
verb
γραμματική
(medicine) To stop flow through a vessel. [..]
-
στραγγαλίζω
verbI was about to do her a good turn, but, as ever, it was not without thoughts of strangulation.
Ετοιμαζόμουν να κάνω μια καλή πράξη γι'αυτήν, αλλά, όπως πάντα, δεν ήταν άνευ σκέψεων να την στραγγαλίσω.
-
πνίγω
verb -
περισφίγγομαι
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περισφίγγω
- σφίγγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strangulate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "strangulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περίσφιξη · στραγγαλισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη