Μετάφραση του "strangling" σε Ελληνικά
Το ασφυκτικός είναι η μετάφραση του "strangling" σε Ελληνικά.
strangling
noun
verb
γραμματική
Present participle of strangle . [..]
-
ασφυκτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strangling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη