Μετάφραση του "strangulation" σε Ελληνικά

Οι περίσφιξη, στραγγαλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strangulation" σε Ελληνικά.

strangulation noun γραμματική

the act of strangling or the state of being strangled [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίσφιξη

    (παθολ.)
  • στραγγαλισμός

    noun

    If the hyoid bone was fractured it would be strangulation.

    Αν το θυροειδές οστό, είχε πάθει κάταγμα, τότε προξενείται στραγγαλισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strangulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "strangulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περισφίγγομαι · περισφίγγω · πνίγω · στραγγαλίζω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strangulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη