Μετάφραση του "stranglehold" σε Ελληνικά

Οι ζυγός, μέγκενη, ασφυκτικός κλοιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stranglehold" σε Ελληνικά.

stranglehold verb noun γραμματική

A grip or control so strong as to stifle or cut off. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζυγός

    adjective noun
  • μέγκενη

    noun
  • ασφυκτικός κλοιός

    A stranglehold on The Empire.

    Ένας ασφυκτικός κλοιός σε όλη την Αυτοκρατορία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stranglehold " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stranglehold" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη