Μετάφραση του "surcease" σε Ελληνικά

Οι τέλος, σταμάτημα, διακοπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surcease" σε Ελληνικά.

surcease verb noun γραμματική

The cessation of something or someone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τέλος

    noun neuter
  • σταμάτημα

    noun
  • διακοπή

    noun feminine
  • παύση

    noun feminine

    " From my books surcease of sorrow

    " Από τα βιβλία μου παύση της θλίψης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surcease " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surcease" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη