Μετάφραση του "surcharge" σε Ελληνικά

Οι επιβάρυνση, προσαύξηση, αισχροκερδώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surcharge" σε Ελληνικά.

surcharge verb noun γραμματική

An addition of extra charge on the agreed or stated price. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβάρυνση

    Such a surcharge would help to dissuade banks from engaging in excessive trading activities.

    Μια τέτοια πρόσθετη επιβάρυνση θα συμβάλει στην αποτροπή των τραπεζών από την άσκηση δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης καθ' υπερβολή.

  • προσαύξηση

    It is for the national court to determine whether the surcharge in issue is consistent with those principles.

    Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν η επίδικη προσαύξηση είναι σύμφωνη προς τις αρχές αυτές.

  • αισχροκερδώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσαυξάνω
    • τσεκουρώνω
    • υπερχρεώνω
    • χαρατσώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " surcharge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "surcharge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη