Μετάφραση του "tenable" σε Ελληνικά
Οι υπερασπίσιμος, δυνατός, βάσιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenable" σε Ελληνικά.
tenable
adjective
γραμματική
(of a theory, argument etc) capable of being maintained or justified; well-founded [..]
-
υπερασπίσιμος
adjective -
δυνατός
adjective -
βάσιμος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λογικός
- εφικτός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tenable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tenable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολιτικά βιώσιμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη