Μετάφραση του "tenancy" σε Ελληνικά
Οι μίσθωση, πάκτωση, ενοικίαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenancy" σε Ελληνικά.
tenancy
noun
γραμματική
The occupancy of property etc, under a lease, or by paying rent. [..]
-
μίσθωση
noun feminineoccupancy of property, etc. [..]
He wonders if you could put in a word for him to keep his tenancy.
Αναρωτιέται αν θα μπορούσατε να πείτε μια καλή κουβέντα εκ μέρους του για να κρατήσει τη μίσθωση.
-
πάκτωση
noun feminineoccupancy of property, etc. [..]
-
ενοικίαση
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατοχή
- νομή
- επικαρπία
- θητεία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tenancy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tenancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινής συνιδιοκτησίας με
-
προστασία νομής
-
ιδιοκτησία κατά συγκυριότητα · συνιδιοκτησία
-
ισόβια επικαρπία
-
ισόβια επικαρπία
-
εξ αδιαιρέτου · συνιδιοκτησία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη