Μετάφραση του "tenacious" σε Ελληνικά

Οι πεισματάρης, επίμονος, ανυποχώρητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenacious" σε Ελληνικά.

tenacious adjective γραμματική

unwilling to yield or give up; dogged [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεισματάρης

    adjective

    unwilling to yield from a point of view etc; dogged

    Well, clark, lex may be tenacious, but there's no way he survived that.

    Μπορεί να είναι πεισματάρης αλλά αποκλείεται να επέζησε από κάτι τέτοιο.

  • επίμονος

    adjective

    Oh, everyone has to be tenacious these days.

    Ω, ο καθένας πρέπει να είναι επίμονος αυτές τις μέρες.

  • ανυποχώρητος

    Adjective

    I knew he was tenacious and very intelligent and that he truly loved tango.

    ήξερα ότι ήταν ανυποχώρητος και πολύ έξυπνος και ότι αγαπούσε πραγματικά το τάνγκο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγχίνους
    • αλύγιστος
    • ανένδοτος
    • ανθεκτικός
    • γερός
    • σθεναρός
    • συνεκτικός
    • ακλόνητος
    • πεισματικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tenacious " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "tenacious" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tenacious" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη