Μετάφραση του "tenacity" σε Ελληνικά

Οι επιμονή, πείσμα, εμμονή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tenacity" σε Ελληνικά.

tenacity noun γραμματική

The quality or state of being tenacious; as, tenacity, or retentiveness, of memory; tenacity, or persistency, of purpose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμονή

    noun feminine

    quality or state of being tenacious

    I admire your tenacity, but I draw the line at you claiming that you did me a favor.

    Θαυμάζω την επιμονή σου, αλλά έβαλα όριο στο ότι μου κάνεις χάρη.

  • πείσμα

    noun neuter

    While there was no end to their poverty and humiliation they lived with tenacity and spirit.

    Αν και δεν υπήρχε τέλος στη φτώχεια και την ταπείνωσή τους, ζούσαν με πείσμα και ενθουσιασμό.

  • εμμονή

    feminine

    I admire, on a personal basis, the honourable Member's tenacity in pursuing this dossier over difficult months.

    Θαυμάζω, σε προσωπικό επίπεδο, την εμμονή του αξιότιμου μέλους να συνεχίσει αυτήν την υπόθεση σε χαλεπούς καιρούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντοχή
    • αποφασιστικότητα
    • σθένος
    • σθεναρότητα
    • ακαμψία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tenacity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tenacity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη