Μετάφραση του "utilisation" σε Ελληνικά

Το χρήση είναι η μετάφραση του "utilisation" σε Ελληνικά.

utilisation noun γραμματική

The act of using something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρήση

    noun feminine

    Closed animal restraint tubes designed for use with nose-only exposure apparatus utilising directed aerosol flow;

    Κλειστοί σωλήνες συγκράτησης ζώων σχεδιασμένοι για χρήση σε συσκευές ρινικής έκθεσης με κατευθυνόμενη ροή αερολυμάτων·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utilisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "utilisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utilisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη