Μετάφραση του "utilisation" σε Ελληνικά
Το χρήση είναι η μετάφραση του "utilisation" σε Ελληνικά.
utilisation
noun
γραμματική
The act of using something. [..]
-
χρήση
noun feminineClosed animal restraint tubes designed for use with nose-only exposure apparatus utilising directed aerosol flow;
Κλειστοί σωλήνες συγκράτησης ζώων σχεδιασμένοι για χρήση σε συσκευές ρινικής έκθεσης με κατευθυνόμενη ροή αερολυμάτων·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utilisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utilisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρήση πόρων
-
χρήση επιτόπιων πόρων
-
χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση
-
αξιοποίηση των υδάτων
-
τελική χρήση της ενέργειας
-
αξιοποιώ · χρησιμοποιώ
-
διάρθρωση των ενεργειακών χρήσεων
-
αξιοποίηση θερμικών αποβλήτων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη