Μετάφραση του "Weapon" σε Ελληνικά

Οι Όπλο, όπλο, Όπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Weapon" σε Ελληνικά.

Weapon
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όπλο

    There are those who argue that the existence of nuclear weapons has helped to maintain peace.

    Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Weapon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

weapon noun γραμματική

an instrument of attack or defense in combat or hunting, e.g. most guns, missiles, or swords [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • όπλο

    noun neuter

    instrument of attack or defense in combat [..]

    There are those who argue that the existence of nuclear weapons has helped to maintain peace.

    Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης.

  • Όπλο

    instrument used to inflict damage or harm to living beings, structures, or systems

    There are those who argue that the existence of nuclear weapons has helped to maintain peace.

    Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης.

Εικόνες με "Weapon"

Φράσεις παρόμοιες με "Weapon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Weapon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη