Μετάφραση του "working environment" σε Ελληνικά

Το εργασιακό περιβάλλον είναι η μετάφραση του "working environment" σε Ελληνικά.

working environment noun γραμματική

the environment in which one is employed, or in which one is required to work.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασιακό περιβάλλον

    noun neuter

    The Agency is a stimulating multicultural working environment.

    Ο οργανισμός προσφέρει ένα πολύ ενδιαφέρον πολυπολιτισμικό εργασιακό περιβάλλον.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " working environment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "working environment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη