Μετάφραση του "working hours" σε Ελληνικά

Οι ωράριο, ωράριο εργασίας, ώρες εργασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "working hours" σε Ελληνικά.

working hours

The time devoted to gainful employment or job-related activities, usually calculated as hours per day or per week. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωράριο

    noun

    The normal working hours of a member of temporary staff on shiftwork must not exceed the annual total of normal working hours.

    Το κανονικό ωράριο ενός έκτακτου υπαλλήλου στα πλαίσια συνεχούς εργασίας δεν πρέπει να υπερβαίνει το ετήσιο σύνολο των κανονικών ωρών εργασίας.

  • ωράριο εργασίας

    There is a growing demand from officials of all grades for more flexible working hours.

    Υπάρχει αυξανόμενη ζήτηση από μέρους των υπαλλήλων όλων των βαθμών για ελαστικότερο ωράριο εργασίας.

  • ώρες εργασίας

    A user's work day hours as specified in Microsoft Office Outlook by the day of the week and the start and end times.

    Wages are forced down to the minimum, while the work hours keep increasing.

    Οι μισθοί μειώνονται στο ελάχιστο, ενώ οι ώρες εργασίας συνεχώς αυξάνονται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " working hours " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "working hours" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "working hours" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη