Μετάφραση του "workless" σε Ελληνικά
Το άνεργος είναι η μετάφραση του "workless" σε Ελληνικά.
workless
adjective
γραμματική
Having no work: unemployed. [..]
-
άνεργος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη