Μετάφραση του "perusteeton" σε Ελληνικά

Οι αβάσιμος, σαθρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perusteeton" σε Ελληνικά.

perusteeton adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αβάσιμος

    adjective masculine

    1|sellainen, jolle ei ole perustetta, vailla minkäänlaista perustetta oleva

    Mielestäni nyt käsiteltävä valitusperuste on osittain jätettävä tutkimatta ja osittain perusteeton.

    Κατά την άποψή μου, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.

  • σαθρός

    Suunnitelma on perusteeton sekä taloudellisesti että etenkin organisatorisesta näkökulmasta.

    Το σχέδιο έχει σαθρά θεμέλια, τόσο από χρηματοδοτικής όσο, κυρίως, από οργανωτικής πλευράς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perusteeton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perusteeton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη