Μετάφραση του "peruste" σε Ελληνικά

Οι αρχή, αίτιο, αιτία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peruste" σε Ελληνικά.

peruste noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχή

    noun feminine

    Epidemiologisen selvityksen perusteella toimivaltaisen viranomaisen on päätettävä, onko tilaa pidettävä kosketuksissa olleena tilana.

    Με βάση την επιδημιολογική εξέταση, η αρμόδια αρχή αποφασίζει εάν μία εκμετάλλευση πρέπει να θεωρηθεί εκμετάλλευση επαφής.

  • αίτιο

    noun neuter

    Sen on heti ilmoitettava päätöksensä ja sen perusteet komissiolle ja muille jäsenvaltioille.

    Ενημερώνει αμέσως σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη και διευκρινίζει τα αίτια της απόφασής του.

  • αιτία

    noun feminine

    Tämä on huolestuttavaa, ja asia tulisi tarkistaa asianomaisten perussopimusten perusteella.

    Αυτό είναι αιτία ανησυχίας και πρέπει να ελέγχεται βάσει των σχετικών Συνθηκών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κριτήριο
    • έδαφος
    • αιτιότητα
    • αφορμή
    • επιχειρηματολογία
    • κίνητρο
    • λόγος
    • αιτιολογία
    • υπόθεση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peruste " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peruste" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peruste" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη