Μετάφραση του "peruste" σε Ελληνικά
Οι αρχή, αίτιο, αιτία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peruste" σε Ελληνικά.
-
αρχή
noun feminineEpidemiologisen selvityksen perusteella toimivaltaisen viranomaisen on päätettävä, onko tilaa pidettävä kosketuksissa olleena tilana.
Με βάση την επιδημιολογική εξέταση, η αρμόδια αρχή αποφασίζει εάν μία εκμετάλλευση πρέπει να θεωρηθεί εκμετάλλευση επαφής.
-
αίτιο
noun neuterSen on heti ilmoitettava päätöksensä ja sen perusteet komissiolle ja muille jäsenvaltioille.
Ενημερώνει αμέσως σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη και διευκρινίζει τα αίτια της απόφασής του.
-
αιτία
noun feminineTämä on huolestuttavaa, ja asia tulisi tarkistaa asianomaisten perussopimusten perusteella.
Αυτό είναι αιτία ανησυχίας και πρέπει να ελέγχεται βάσει των σχετικών Συνθηκών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κριτήριο
- έδαφος
- αιτιότητα
- αφορμή
- επιχειρηματολογία
- κίνητρο
- λόγος
- αιτιολογία
- υπόθεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peruste " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "peruste" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολιτικό κίνητρο
-
απαρτίζω · αποδύομαι · βασίζω · δημιουργώ · εγκαθίσταμαι · εγκαθιστώ · εδραιώνω · θεμελιώνω · ιδρύω · ιδρύω εταιρεία · κάνω · καθιερώνω · ξεκινώ · οικοδομώ · παρουσιάζω · στήνω · στηρίζω · συνιστώ · συστήνω
-
καταναλωτικά κίνητρα
-
ενοχοποιητικό στοιχείο
-
εισαγωγή σε ψυχιατρείο
-
αιτιολογώ · δικαιολογώ · επιχειρηματολογώ
-
άδεια για κοινωνικούς λόγους
-
θεραπευτική άμβλωση