Μετάφραση του "perusteltu" σε Ελληνικά
Το δικαιολογημένος είναι η μετάφραση του "perusteltu" σε Ελληνικά.
perusteltu
adjective
γραμματική
-
δικαιολογημένος
adjectiveHänen mukaansa määräyksellä syrjitään välillisesti kansalaisuuden perusteella eikä sitä voida pitää objektiivisesti perusteltuna.
Εισάγει έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας και δεν είναι αντικειμενικά δικαιολογημένος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perusteltu " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perusteltu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διορατικότητα · κρίση · οξυδέρκεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη