Μετάφραση του "perustelu" σε Ελληνικά

Οι δικαιολογία, επιχειρηματολογία, αίτιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perustelu" σε Ελληνικά.

perustelu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαιολογία

    noun feminine

    Postipalvelujen vapauttamiselle ei ole kysyntää, logiikkaa eikä perusteluja.

    Δεν υπάρχει καμία αξίωση, ούτε λογική ή δικαιολογία πίσω από την ελευθέρωση των ταχυδρομικών υπηρεσιών.

  • επιχειρηματολογία

    noun

    Oikeudellinen argumentointi on jäsenneltävä kanneperusteiden mukaisesti niin, että kunkin kanneperusteen osalta esitetään omat perustelut.

    Η νομική επιχειρηματολογία πρέπει να διαρθρώνεται ακολουθώντας τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως.

  • αίτιο

    noun neuter

    Jos avunannosta kieltäydytään, kieltäytymispäätös ja sen perustelut on viipymättä annettava tiedoksi pyynnön esittäneelle viranomaiselle.

    Εάν υπάρχει άρνηση παροχής συνδρομής, η σχετική απόφαση και τα αίτια αυτής γνωστοποιούνται χωρίς καθυστέρηση στην αιτούσα αρχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " perustelu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "perustelu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "perustelu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη