Μετάφραση του "cuisiner" σε Ελληνικά

Οι μαγειρεύω, παρασκευάζω, μάγειρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cuisiner" σε Ελληνικά.

cuisiner verb γραμματική

Rendre quelque chose prêt pour être mangé ou bu. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρεύω

    verb

    Préparer un repas ou un plat.

    Ma mère cuisine bien.

    Η μητέρα μου μαγειρεύει καλά.

  • παρασκευάζω

    Verb verb

    L’utilisation du cheddar des Orcades en cuisine permet d’obtenir un plat plus crémeux et plus savoureux».

    Τα φαγητά που έχουν παρασκευαστεί με το τσένταρ του Orkney είναι πιο κρεμώδη και πιο εύγευστα».

  • μάγειρας

    noun masculine

    Je suis nul en cuisine. Je préfère te prévenir.

    Πρέπει να σε ενημερώσω, ότι είμαι πολύ κακός μάγειρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάνω
    • φτιάχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cuisiner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cuisiner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cuisiner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη