Μετάφραση του "dispense" σε Ελληνικά

Οι απαλλαγή, εξαίρεση, ελευθερία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dispense" σε Ελληνικά.

dispense noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαλλαγή

    noun feminine

    Groupes de travailleurs entrant en ligne de compte pour cette dispense partielle

    Ποιες κατηγορίες εργαζομένων είναι επιλέξιμες για την μερική αυτή απαλλαγή;

  • εξαίρεση

    noun feminine

    La partie importatrice doit informer la partie exportatrice de toute condition particulière, dispense, dérogation ou modification concernant la base de la certification.

    Το εισάγον συμβαλλόμενο μέρος κοινοποιεί στο εξάγον συμβαλλόμενο μέρος κάθε ειδικό όρο, εξαίρεση, απόκλιση ή αλλαγή στη βάση πιστοποίησης.

  • ελευθερία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dispense " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dispense" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απολύω
  • απαλλάσσω · απελευθερώνομαι · διανέμω · καταμερίζω · μοιράζω · παρέχω · παραδίδω · χορηγώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dispense" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη