Μετάφραση του "dispenser" σε Ελληνικά

Οι διανέμω, παρέχω, χορηγώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dispenser" σε Ελληνικά.

dispenser verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διανέμω

    verb

    J'ai été obligé de dispenser les sacrements car de toute mon âme, je reste un prêtre.

    Ήμουν υποχρεωμένος να διανείμω το μυστήριο διότι ένας ανεξίτηλος ιερατικός χαρακτήρας παραμένει στην ψυχή μου.

  • παρέχω

    verb

    Les entreprises bénéficient également de formations dispensées régulièrement dans tous les bureaux de douane régionaux de Croatie.

    Παρέχεται επίσης τακτικά κατάρτιση για τις επιχειρήσεις σε όλες τις περιφερειακές τελωνειακές διευθύνσεις της Κροατίας.

  • χορηγώ

    verb

    Remboursement des soins de santé dispensés dans un autre État membre .

    Επιστροφή των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης που χορηγείται σε ένα άλλο κράτος μέλος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαλλάσσω
    • απελευθερώνομαι
    • παραδίδω
    • καταμερίζω
    • μοιράζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dispenser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dispenser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dispenser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη