Μετάφραση του "disperser" σε Ελληνικά
Οι σκορπίζω, διασπείρω, διασκορπίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disperser" σε Ελληνικά.
disperser
verb
γραμματική
Répandre d'une manière désordonnée. [..]
-
σκορπίζω
verbLes gars, on travaille sur la théorie que Python l'a prise sa maison mère de disperser ses cendres.
Πιστεύουμε πως ο Πάιθον θα σκόρπιζε τις στάχτες της μάνας του, σπίτι.
-
διασπείρω
verbDoit être dispersé comme le reste d'entre eux.
Ίσως διέσπειρε τον εαυτό του όπως και τους άλλους.
-
διασκορπίζω
L'échantillon est dissous ou dispersé dans l'eau et titré avec l'acide de référence.
Το δείγμα διαλύεται ή διασκορπίζεται μέσα στο νερό και τιτλοδοτείται με το οξύ αναφοράς.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρίχνω
- διαδίδω
- εξαφανίζομαι
- κοινολογώ
- σκορπώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disperser " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη