Μετάφραση του "dispersion" σε Ελληνικά

Οι διασπορά, διασκορπισμός, σκόρπισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dispersion" σε Ελληνικά.

dispersion noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασπορά

    noun feminine

    Boucher légèrement et agiter pour obtenir une dispersion.

    Τοποθετείται χαλαρά το πώμα και ακολουθεί περιδίνηση μέχρι να επιτευχθεί διασπορά.

  • διασκορπισμός

    Toutefois, la dispersion des chrétiens a un effet inattendu.

    Ωστόσο, ο διασκορπισμός των Χριστιανών έχει ένα απρόσμενο αποτέλεσμα.

  • σκόρπισμα

    noun neuter

    Des mesures particulières ont été adoptées pour limiter les pertes et les dispersions et éradiquer les populations de cotonniers adventices.

    Θεσπίστηκαν ειδικά μέτρα για να περιοριστούν οι απώλειες και το σκόρπισμα των σπόρων, καθώς και για την εκρίζωση των αυτοφυών πληθυσμών βαμβακιού.

  • Διασκεδασμός

    όρος της φυσικής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dispersion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dispersion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dispersion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη