Μετάφραση του "grimace" σε Ελληνικά

Οι μορφασμός, γκριμάτσα, κάνω γκριμάτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "grimace" σε Ελληνικά.

grimace noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μορφασμός

    noun masculine
  • γκριμάτσα

    feminine

    Quand ma mère m'engueulait, Lilly faisait une grimace qui me faisait craquer.

    Η Λίλι έκανε μια γκριμάτσα όταν μου την έλεγε η μάνα μου που με έκανε να τα χάνω.

  • κάνω γκριμάτσα

    verb

    Je fais pas de commentaire ni de grimace.

    Δεν λέω τίποτα ούτε κάνω γκριμάτσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " grimace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "grimace" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "grimace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη