Μετάφραση του "assale" σε Ελληνικά
Οι αδράχτι, άξονας, άξονας τροχού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assale" σε Ελληνικά.
assale
verb
-
αδράχτι
noun neuter -
άξονας
noun masculine— assale rotto su materiale rotabile in servizio.
— άξονας χρησιμοποιούμενου τροχαίου υλικού, ο οποίος έχει υποστεί ρήξη.
-
άξονας τροχού
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assale " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη