Μετάφραση του "assalire" σε Ελληνικά

Οι προσβάλλω, προσβολή, επιτίθεμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assalire" σε Ελληνικά.

assalire verb γραμματική

Usare la violenza contro qualcuno o qualcosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσβάλλω

    verb

    L' ha assalita o toccata?

    Σε προσέβαλε; Σε άγγιξε

  • προσβολή

    noun feminine
  • επιτίθεμαι

    verb

    Suo marito e'stato colpito col taser per aver assalito un addetto alla sicurezza.

    Ο άντρας σας χτυπήθηκε με τέιζερ επειδή επιτέθηκε σε έναν φύλακα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assalire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assalire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άξονας · άξονας τροχού · αδράχτι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assalire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη