Μετάφραση του "contemplare" σε Ελληνικά

Το συλλογίζομαι είναι η μετάφραση του "contemplare" σε Ελληνικά.

contemplare verb γραμματική

Osservare a lungo e in maniera molto attenta. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογίζομαι

    verb

    Il mio cuore soffre continuamente quando contemplo l’angoscia in cui versa la Chiesa.

    Η καρδιά μου αιμορραγεί ακατάπαυστα όταν συλλογίζομαι τη δυστυχία της Εκκλησίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contemplare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contemplare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη