Μετάφραση του "contenimento" σε Ελληνικά

Οι συγκράτηση, ανάσχεση, εγκλωβισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contenimento" σε Ελληνικά.

contenimento noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκράτηση

    noun

    Il contenimento della spesa è relativamente generalizzato, con un accento particolare sulle retribuzioni dei dipendenti.

    Η συγκράτηση των δαπανών έχει σχετικώς ευρεία βάση με ιδιαίτερη έμφαση στους μισθούς των υπαλλήλων.

  • ανάσχεση

    Noun

    La Commissione riconosce che l'esistenza di prodotti in tessuto può avere un qualche effetto di contenimento concorrenziale sui prodotti in carta tissue.

    Η Επιτροπή αναγνωρίζει το γεγονός ότι η ύπαρξη υφασμάτινων προϊόντων επιφέρει κάποια ανταγωνιστική ανάσχεση στα προϊόντα από λεπτό χαρτί.

  • εγκλωβισμός

    essere dotato di dispositivi di emergenza a sicurezza intrinseca al fine di garantire il funzionamento ininterrotto e il contenimento completo.

    είναι εξοπλισμένο με εφεδρικούς μηχανισμούς ασφαλείας για να εξασφαλιστεί η συνεχής λειτουργία και ο πλήρης εγκλωβισμός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναχαίτιση
    • περιορισμός
    • οριοθέτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contenimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contenimento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contenimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη