Μετάφραση του "escludere" σε Ελληνικά

Οι αποκλείω, εξαιρώ, παραλείπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escludere" σε Ελληνικά.

escludere verb γραμματική

Evitare l'ingresso; tenere fuori (ad es. per l'appartenenza a un club).

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκλείω

    verb

    L'Autorità non esclude che questa percentuale possa essere considerata una "parte significativa" dell'imposta nazionale.

    H Aρχή δεν αποκλείει το ποσοστό αυτό να θεωρείται ως σημαντικό μέρος του εθνικού φόρου.

  • εξαιρώ

    verb

    Praticamente, tali imprese sarebbero tutte escluse, in quanto momentaneamente non hanno diritto al premio.

    Tέτοιες εκμεταλλεύσεις θα εξαιρούνταν πρακτικά, μια και δεν δικαιούνται αυτή τη στιγμή πριμοδότηση.

  • παραλείπω

    verb

    Effettuare una prova in bianco comprendente tutte le operazioni prescritte nel procedimento, escludendo la presenza del campione.

    Το τυφλό πείραμα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα προβλεπόμενα στάδια της διαδικασίας, παραλειπομένου του υλικού του δείγματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλείνω
    • επισκιάζω
    • ρ. αποκλείω, απορρίπτω ,(σπ.)εμποδίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escludere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escludere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη