Μετάφραση του "indebito" σε Ελληνικά

Οι άνομος, έκνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indebito" σε Ελληνικά.

indebito adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνομος

    adjective
  • έκνομος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indebito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "indebito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indebito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη