Μετάφραση του "indebito" σε Ελληνικά
Οι άνομος, έκνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indebito" σε Ελληνικά.
indebito
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
άνομος
adjective -
έκνομος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indebito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indebito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάχρηση · υπεξαίρεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη