Μετάφραση του "indebolire" σε Ελληνικά

Οι αποδυναμώνω, εξασθενώ, αδυνατίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indebolire" σε Ελληνικά.

indebolire verb γραμματική

Per distruggere proprietà o ostacolare operazioni normali.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδυναμώνω

    verb

    L'oro porta solo il lusso e il lusso indebolisce gli spiriti.

    Ο χρυσός φέρνει μόνο πολυτέλεια και η πολυτέλεια αποδυναμώνει τα πνεύματα των ανδρών.

  • εξασθενώ

    verb

    Bevo per indebolire la macchina che hanno creato.

    Πίνω για να εξασθενώ την μηχανή που έφτιαξαν.

  • αδυνατίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξασθενίζω
    • εξαντλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indebolire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indebolire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη