Μετάφραση του "strepito" σε Ελληνικά

Οι θόρυβος, ουρλιαχτό, στριγγλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strepito" σε Ελληνικά.

strepito noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θόρυβος

    noun masculine

    Nello Sceol è stato precipitato il tuo orgoglio, lo strepito dei tuoi strumenti a corda.

    Κάτω στον Σιεόλ ρίχτηκε η υπερηφάνειά σου, ο θόρυβος των έγχορδων οργάνων σου.

  • ουρλιαχτό

    noun
  • στριγγλιά

    noun
  • στριγκλιά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " strepito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "strepito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη