Μετάφραση του "stress" σε Ελληνικά

Οι υπερένταση, άγχος, στρες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stress" σε Ελληνικά.

stress noun masculine γραμματική

Difficoltà che causa preoccupazione o tensione emozionale. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπερένταση

    Stimolo o sequenza di stimoli di entità tale da tendere a sconvolgere l'equilibrio omeostatico dell'organismo.

    I muscoli si tendono, il battito cardiaco e la respirazione accelerano e il corpo entra in uno stato di stress.

    Οι μύες βρίσκονται σε υπερένταση, οι χτύποι της καρδιάς και η αναπνοή επιταχύνονται και το σώμα εισέρχεται σε κατάσταση έντασης.

  • άγχος

    noun neuter

    Il trasporto rappresenta uno stress per cavalli, maiali e vitelli.

    Άλογα, χοίροι και μόσχοι υφίστανται μεγάλο άγχος κατά τη μεταφορά.

  • στρες

    noun

    I pensieri negativi e lo stress danneggiano seriamente il corpo e le funzioni del cervello.

    Οι αρνητικές σκέψεις, το στρες καταβάλλουν σημαντικά το σώμα και τις λειτουργίες του εγκεφάλου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πίεση
    • τάση
    • ολικό φορτίο
    • Άγχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stress " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stress" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη