Μετάφραση του "stretto" σε Ελληνικά

Οι στενός, πορθμός, στενό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stretto" σε Ελληνικά.

stretto adjective verb noun masculine γραμματική

Di ridotta larghezza. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    Di ridotta larghezza.

    La strada che porta all'albergo è stretta.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • πορθμός

    noun masculine

    Uno stretto lungo circa 1 km e mezzo separa quest’isola montuosa da Samsun Dagi, promontorio dell’Asia Minore.

    Ένας πορθμός μήκους 1,5 χλμ. περίπου χωρίζει το ορεινό αυτό νησί από το ασιατικό ακρωτήριο Σαμσούν Νταγί.

  • στενό

    noun neuter

    La strada che porta all'albergo è stretta.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυστηρός
    • κοντά
    • Πορθμός
    • οικείος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stretto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stretto"

Φράσεις παρόμοιες με "stretto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stretto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη