Μετάφραση του "stretta" σε Ελληνικά

Οι στενός, στενό, σφίξιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stretta" σε Ελληνικά.

stretta noun adjective particle feminine γραμματική

L'atto di afferrare.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενός

    adjective masculine

    La strada che porta all'albergo è stretta.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • στενό

    noun adjective neuter

    La strada che porta all'albergo è stretta.

    Ο δρόμος που αδηγεί στο ξενοδοχείο είναι στενός.

  • σφίξιμο

    noun

    La flessibilità del polso dipende da quanto sono strette le fascette.

    Η ευελιξία του καρπού εξαρτάται από το σφίξιμο των ιμάντων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stretta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stretta"

Φράσεις παρόμοιες με "stretta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stretta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη