Μετάφραση του "afwenden" σε Ελληνικά

Οι αποτρέπω, αποστρέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afwenden" σε Ελληνικά.

afwenden verb γραμματική

In een andere richting wenden, vooral iemands ogen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτρέπω

    verb

    Een gebeurtenis verhinderen.

    Indien gevormd tot kledingkast, kan het elke vloek afwenden.

    Αν διαμορφωθεί σε σκεύος, μπορεί να αποτρέψει κάθε κατάρα.

  • αποστρέφω

    Verb

    In een andere richting wenden, vooral iemands ogen.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afwenden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afwenden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη