Μετάφραση του "afwerken" σε Ελληνικά
Το τελειώνω είναι η μετάφραση του "afwerken" σε Ελληνικά.
afwerken
verb
γραμματική
de laatste en kleine details afmaken
-
τελειώνω
verbIk wou onze conversatie onder vier ogen afwerken.
Απλά ήθελα να τελειώσουμε τη συζήτησή μας με ησυχία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afwerken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη