Μετάφραση του "deel" σε Ελληνικά

Οι μέρος, τόμος, τεμάχιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deel" σε Ελληνικά.

deel noun verb neuter w γραμματική

een afsplitsing van een geheel [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέρος

    noun neuter

    Deze richtsnoeren maken geen deel uit van de overeenkomst en zijn derhalve niet juridisch bindend.

    Οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αποτελούν μέρος της συμφωνίας και, ως εκ τούτου, δεν είναι νομικά δεσμευτικές.

  • τόμος

    noun masculine

    De rekeningen van de Europese Gemeenschappen zijn opgenomen in de volgende vier delen:

    Οι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κοινότητας κατανέμονται σε τέσσερις τόμους ως εξής:

  • τεμάχιο

    noun neuter

    De sleutelbeenderen (deel 3b), gemaakt van gegoten polyurethaanhars, zijn beweeglijk verbonden met het afstandsblok.

    Οι κλείδες (στοιχείο αριθ. 3b), κατασκευασμένες από ρητίνη πολυουρεθάνης, αρθρώνονται στο διαχωριστικό τεμάχιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κομμάτι
    • μέρισμα
    • κατάτμηση
    • διαμέρισμα
    • παραθέτω
    • εκτύπωση με παράθεση
    • τμήμα παράθεσης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "deel"

Φράσεις παρόμοιες με "deel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη