Μετάφραση του "deelbaar" σε Ελληνικά

Οι διαιρετός, Διαιρέτης, διαιρέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deelbaar" σε Ελληνικά.

deelbaar adjective γραμματική

Eigenschap van iets dat kan verdeelt worden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιρετός

    adjective

    De terugbetaling van voorschotten is een deelbare prestatie waarvoor krachtens de wet de volgende beginselen gelden.

    Η επιστροφή των προκαταβολών είναι διαιρετή παροχή, για την οποία ισχύουν, κατά τις νομοθετικές διατάξεις, οι ακόλουθες αρχές.

  • Διαιρέτης

  • διαιρέτης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deelbaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deelbaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη