Μετάφραση του "ouderdoms-" σε Ελληνικά
Το γεροντικός είναι η μετάφραση του "ouderdoms-" σε Ελληνικά.
ouderdoms-
-
γεροντικός
adjective masculineZulke stoornissen worden vaak ten onrechte afgedaan als ’ouderdom’ of ’seniliteit’, soms zelfs door onjuist geïnformeerde deskundigen.
Τέτοιες διαταραχές συχνά παρερμηνεύονται ως «γηρατειά» ή «γεροντική άνοια»—μερικές φορές ακόμη και από παραπληροφορημένους ειδικούς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ouderdoms- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ouderdoms-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γήρας · γεράματα · γηρατειά · ετών · ηλικία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη