Μετάφραση του "ouderdom" σε Ελληνικά
Οι ηλικία, γηρατειά, ετών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ouderdom" σε Ελληνικά.
ouderdom
noun
masculine
γραμματική
-
ηλικία
noun feminineIedereen die een bepaalde ouderdom bereikt moet wel voor een deel een lafaard zijn.
Όποιος φτάνει σε μεγάλη ηλικία είναι κατά ένα μέρος δειλός.
-
γηρατειά
n-pJe zal sterven aan ouderdom Alvorens ik je er naar toebreng.
Θα πεθάνεις από γηρατειά πριν σε πάω σ'αυτό.
-
ετών
nounAanvragen om ouderdoms- en invaliditeitspensioenen, voor zover de aanvrager gedurende ten minste 20 jaar verzekerd was in Hongarije.
Οι αιτήσεις σύνταξης γήρατος και σύνταξης αναπηρίας όταν ο αιτών ήταν ασφαλισμένος επί 20 τουλάχιστον έτη στην Ουγγαρία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γήρας
- γεράματα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ouderdom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ouderdom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γεροντικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη