Μετάφραση του "Oudere" σε Ελληνικά

Το ηλικιωμένος είναι η μετάφραση του "Oudere" σε Ελληνικά.

Oudere
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλικιωμένος

    Noun

    άνθρωπος μεγάλης ηλικίας

    Dit is hoe de ouderen zich voorbereiden op oorlog.

    Έτσι ο ηλικιωμένος άνθρωπος χρησιμοποιημένος για να προετοιμαστεί για τον πόλεμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Oudere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

oudere noun adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"oudere" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το oudere στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Oudere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • oud
    αρχαίος · γέρος · γηραιός · γριά · ηλικιωμένος · παλαιός · παλιός · πρώην · τέως
  • Αρχαία Ρώμη
  • αρχαία ρώμη
  • Στάρε Μιέστο
  • φθαρμένο ελαστικό
  • επανεξοπλισμός παλαιών μονάδων
  • πόσο χρονών είσαι · πόσο χρονών είσαστε
  • γεννήτορας · γονέας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Oudere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη