Μετάφραση του "kierunek" σε Ελληνικά
Οι κατεύθυνση, πορεία, Κατεύθυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kierunek" σε Ελληνικά.
kierunek
noun
masculine
γραμματική
droga, linia łącząca miejsce początku ruchu z końcem ruchu, w domyśle określająca cel [..]
-
κατεύθυνση
noun feminineCzy idę w dobrym kierunku?
Πηγαίνω στη σωστή κατεύθυνση;
-
πορεία
nounJej wpływ zmienił kierunek mojego życia na wieczność.
Η επιρροή της άλλαξε την πορεία της ζωής μου για τα καλά αιωνίως.
-
Κατεύθυνση
Czy idę w dobrym kierunku?
Πηγαίνω στη σωστή κατεύθυνση;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διαχείριση
- κωδικός κατεύθυνσης
- μόδα
- ροπή
- τάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kierunek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kierunek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεγάλου κόκκου
-
μικρού κόκκου
-
καθολική κατεύθυνση κειμένου
-
προς
-
καλλιτεχνικό κίνημα
-
μετατροπή της παραγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη