Μετάφραση του "kurek" σε Ελληνικά
Οι πετεινός, βρύση, καπόνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kurek" σε Ελληνικά.
techn. element służący do ręcznego zamykania, otwierania lub regulacji przepływu w zaworze [..]
-
πετεινός
noun masculinezdrobn. daw. kur [..]
-
βρύση
nounMniej więcej w tym samym czasie twój szef postanowił odkręcić kurek.
Αυτό έγινε την εποχή που το αφεντικό σου έκλεισε τη βρύση.
-
καπόνι
neutericht. przybrzeżna ryba atlantycka i sąsiednich mórz, poławiana dla celów konsumpcyjnych; [..]
— kurek czerwony (Trigla spp.),
— Καπόνι (Trigla spp.),
-
κόκορας
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kurek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
nazwisko Kategoria:Język polski - nazwiskaKategoria:Polskie nazwiska męskiemęskie [..]
"Kurek" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Kurek στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "kurek"
Φράσεις παρόμοιες με "kurek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
νερόκοτα
-
αρσενικός φασιανός · κοτούλα