Μετάφραση του "kurewski" σε Ελληνικά

Το γαμημένο είναι η μετάφραση του "kurewski" σε Ελληνικά.

kurewski Adjective adjective γραμματική

wulg. właściwy prostytutkom lub kobietom rozwiązłym, charakterystyczny dla nich [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γαμημένο

    adjective

    To kurewska dziurawa łódź i nikt nie licytuje!

    Είναι ένα γαμημένο σκάφος που μπάζει νερά και κανείς δεν το χτυπάει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kurewski " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kurewski" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη