Μετάφραση του "Behinderter" σε Ελληνικά

Οι ανάπηρος, άτομο με ειδικές ανάγκες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Behinderter" σε Ελληνικά.

Behinderter noun Noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάπηρος

    noun

    Ich meine, du bist behindert und Behinderte finden fast nie'ne Freundin.

    Εννοώ είσαι ανάπηρος κι οι ανάπηροι δε βρίσκουν σχεδόν ποτέ κοπέλα.

  • άτομο με ειδικές ανάγκες

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Behinderter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

behinderter adjective
+ Προσθήκη

"behinderter" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το behinderter στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Behinderter"

Φράσεις παρόμοιες με "Behinderter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Behinderter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη