Μετάφραση του "Behinderung" σε Ελληνικά
Οι εμπόδιο, αναπηρία, κώλυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Behinderung" σε Ελληνικά.
Stolperstein (fig.) [..]
-
εμπόδιο
noun neuterIm Falle einer Behinderung des Marktzugangs werden unverzüglich Konsultationen abgehalten.
Σε περίπτωση που προκύψουν εμπόδια στην πρόσβαση αυτή, πραγματοποιούνται πάραυτα διαβουλεύσεις.
-
αναπηρία
nounMit einer körperlichen Behinderung fertig zu werden ist alles andere als einfach.
Δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίζεις μια σωματική αναπηρία.
-
κώλυμα
noun neuterInwieweit kann man nach Auffassung der Kommission hier von einer Behinderung der Freizügigkeit der Arbeitnehmer sprechen?
Κατά πόσο φρονεί η Επιτροπή ότι στην προκείμενη περίπτωση δημιουργείται κώλυμα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παρεμπόδιση
- Αναπηρία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Behinderung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
αναπηρία
nounDie Armutsquoten von Menschen mit Behinderungen zählen zu den höchsten in Europa.
Τα ποσοστά της φτώχειας για τα άτομα με αναπηρία είναι μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.
Φράσεις παρόμοιες με "Behinderung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακρίσεις λόγω αναπηρίας
-
παρακώλυση του ανταγωνισμού